Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

ΕΥΑερα… «Βασιλικός κι αν μαραθεί, τη μυρωδιά την έχει»



Γράφει
η Εύα Τσαροπούλου


Έχω μία συνάδελφο, πάντα την είχα δηλαδή, αλλά τώρα την «γνώρισα».
Το όνομά της, όλα τα χρόνια που δούλευα σε τούτη την εταιρεία, ήταν συνώνυμο με όλες τις μεγάλες διοργανώσεις, με τις οποίες καταγινήκαμε κατά καιρούς.
Περνούσαν πολλά απ’ τα χέρια της κι όλος ο κόσμος την ήξερε.

Ωστόσο, δεν είχα δουλέψει ποτέ μαζί της, δεν συναντήθηκαν ποτέ οι δρόμοι μας, ακόμα κι όταν ήταν να συναντηθούν. Εκείνη είχε μια θέση πολύ
σημαντική, όταν εγώ ήμουν απλώς ένα ασήμαντο «κοτοπουλάκι» κι όταν κι εγώ απέκτησα «σχετικώς» μία κάποια θέση, το αντικείμενό μας ήταν πια διαφορετικό. Έτσι τα έφερε ο Γιαραμπής και δεν απαντηθήκαμε.

Μέχρι που έκλεισε ετούτη η εταιρεία και μετά ξανάνοιξε και τότε, καμιά μας δεν ήταν στη θέση που την είχε αφήσει η άλλη…

Απαλλαγμένες από «θέσεις» πια, βρεθήκαμε να δουλεύουμε πολύ κοντά.
Εγώ εκεί που δούλευα πάντα, απλώς «υποβιβασμένη», εκείνη όμως, επιλέγοντας να ξαναρχίσει ουσιαστικά απ’ την αρχή, σε ένα άλλο, εντελώς διαφορετικό πόστο, αποδεικνύοντας ότι ο ικανός δεν καταλαβαίνει από θέσεις, αλλά ούτε κι απ’ τη χασούρα τους…

Έτσι, έφτασε και στα δικά μας τα λημέρια, πολύ μακριά απ' τα παλιά δικά της και ζήτησε –χωρίς υπερβολή- να της δώσουν δουλειά. Ήθελε να δουλέψει, να φανεί χρήσιμη, να είναι παραγωγική. Δεν μπορούσε να «κάθεται» αναπαυτικά σε ένα ψυγείο, περιμένοντας κάτι να αλλάξει υπέρ της. Δεν πήγε σε κανενός συνδικαλιστή το γραφείο να χρησιμοποιήσει τις πιθανές γνωριμίες της, ούτε σε κανενός νεόκοπου διευθυντή την πόρτα, για να του θυμίσει την παρουσία της, αφού ο ίδιος θα ήταν ένας απ' τους πολλούς που κάποτε τη γνώριζαν και ίσως και να δούλευαν γι' αυτήν. Δεν ήθελε μία θεσούλα για να δικαιολογεί την αργόμισθη παρουσία της, ήθελε μια δουλειά που θα την έκανε χρήσιμη και θα πήγαινε το σύνολο, αυτό το τόσο δικό μας, πονεμένο σύνολο, μπροστά, έστω και με ένα λιθαράκι, που ίσως δεν ήταν καν άξιό της. 
Τη διάκριση σε άξια και λιγότερο άξια, την κάνουν μόνο εκείνοι που τη μετράνε με το ζύγι του πόσα θα λάβουν απ' αυτά. Το ότι το κάθε ένα, μικρό ή μεγάλο, χρειάζεται να βρίσκεται τη στιγμή που πρέπει, στο σημείο που πρέπει, για να δουλέψει το σύνολο του μηχανισμού, είναι απλώς ψιλά γράμματα για δαύτους, διότι απλούστατα το σύνολο δεν τους ενδιαφέρει...

Δεν σου κρύβω, στο δικό μας, μικρό περιβάλλον, ένα γραφειάκι που δεν σταμάτησε ποτέ να δουλεύει, διότι δεν γινόταν κι αλλιώς, συζητήθηκε πολύ αυτή η συνάδελφος, που τώρα πια είχε αποκτήσει πρόσωπο, χαμόγελο και φωνή. Η εντύπωση που είχαμε παλιά γι’ αυτήν –απ’ τα όσα ακούγαμε- ήταν πως επρόκειτο για μια «αλαφροΐσκιωτη» γυναίκα, «λιγάκι στον κόσμο της»· έτσι την ήθελαν οι κακές, όσο και τεμπέλες γλώσσες, που δεν την έφταναν ούτε στο μικρό της δαχτυλάκι, όπως αποδείχτηκε!

Φαντάσου, πόσο ευχάριστα μας «ξένισε» το ότι είχαμε μπροστά μας έναν άνθρωπο, που έβρισκε ευχαρίστηση να δουλεύει με όλους, χωρίς να σπαταλά το χρόνο του, κακολογώντας τους άλλους. Που έσπευδε πριν καν του ζητήσεις κάτι, να στο έχει φτιάξει.
Που έλεγε «δώσε μου κι άλλα να τελειώσω, για να τα έχουμε έτοιμα, μόνο δώσε μου προθεσμία μέχρι πότε τα θέλεις», για να στα παραδώσει την αμέσως επόμενη μέρα κι ας του έχεις δώσει προθεσμία δέκα μέρες μπροστά, γιατί «αγχώνεται να τα έχει στο συρτάρι να μαζεύονται»!  

Επειδή μου αρέσει να περιαυτολογώ, άλλον έναν τέτοιον ήξερα μόνο κι ήμουν εγώ!

Δεν φοράω καπέλο, αλλά αν φορούσα, θα το έβγαζα καθημερινά μπροστά της, διότι εκείνη είναι καλύτερη από μένα, θα μπορούσε περισσότερα.

Θα μου πεις, σιγά το πράγμα. Πού είναι η είδηση;
Το αυτονόητο δεν είναι να κάνει τη δουλειά της;

Για ποιον είναι αυτονόητο;

Το αυτονόητο είναι μια πολύ παρεξηγημένη λέξη· σίγουρα πάντως όχι και τόσο «αυτονόητο» όσο το νομίζουμε…

Δεν ξέρω πολλούς, που δεν θα αναζητούσαν τα παλαιά τους «τρόπαια», όταν θα ξαναβρίσκονταν σε θέση να το κάνουν. Δεν είναι «αυτονόητο» ότι θα το έκαναν;

Δεν ξέρω σχεδόν κανέναν που να αντιλαμβάνεται το απολύτως προφανές: Αν δεν γίνουμε παραγωγικοί, αύριο μπορεί να μην έχουμε και πάλι δουλειά, διότι δεν θα είμαστε απαραίτητοι! Δεν είναι «αυτονόητο» αυτό;

Η μαύρη αλήθεια είναι πως το πάθημα έγινε μάθημα μόνο για μερικούς: Για εκείνους που τα έπαιρναν ούτως ή άλλως τα γράμματα… Δεν είναι «αυτονόητο» ότι θα έπρεπε να το είχαν λάβει όλοι;

Μάλλον δεν είναι διόλου αυτονόητο, αλλά ούτε και μικρό πράγμα, να ζητάει κάποιος να δουλέψει, να φανεί χρήσιμος, να δικαιώσει το ψωμί που τρώει, αντί να πάει να κρυφτεί στο παχνί του και να μην κάνει απολύτως τίποτα, περιμένοντας το χρόνο να περάσει. Ιδίως όταν ξέρει με σιγουριά ότι κανένας δεν θα τον αναζητήσει, ούτε θα του δημιουργήσει πρόβλημα στην ησυχία του, ούτε θα επιφέρει καμία κύρωση μία τέτοια επιλογή του…

Η φύση, φίλε, συνήθως έχει όλες τις απαντήσεις. Έτσι, δεν είναι διόλου τυχαίο που οι αετοί πετούν πολύ ψηλά, εντελώς μονάχοι τους, ενώ τα πρόβατα είναι μαζεμένα κάτω όλα μαζί σε κοπάδι… Γιατί βλέπεις, ο άνθρωπος που είναι έτσι όλη του τη ζωή και δακτυλοδείχτηκε και απομονώθηκε απ’ όλους τους πολλούς, των οποίων την πιάτσα μπορεί και να χάλαγε… Αλλά πάλι, αν η επικρατούσα τακτική είναι, δεν έχει σημασία αν η γάτα είναι άσπρη ή μαύρη, αρκεί να πιάνει ποντίκια, άντε μετά εσύ να εκτιμήσεις το τρίχωμα της γάτας… Λεπτομέρειες, στις οποίες δεν στέκεται κανείς…

Ξέρεις, ένα σωρό παράπονα για την αδικία του κόσμου χάνουν την καλή τους δικαιολογία, όταν συναντάς έναν προικισμένο άνθρωπο. Κι αν τους βάλεις στη σειρά, θα δεις ότι ούτε ένας απ’ αυτούς δεν αδικείται τελικώς απ’ τη μοίρα του, επομένως, ίσως θα ήταν καλύτερα, αν για κάθε αποτυχία μας, τα βάζαμε μόνο με τον εαυτό μας…

Δεν ξέρω τι επιφυλάσσει το μέλλον, ούτε για μένα, ούτε για την καλή συνάδελφο, αλλά για κάποιο μυστήριο λόγο, δεν φοβάμαι για μας, γιατί ξέρω πως δεν θα χαθούμε. 

Κάποια στιγμή, απ' τις πολλές γύρες που έκανα μέσα σε τούτη τη δουλειά, βρέθηκα στο γραφείο ενός διευθυντή, που δεν με ήξερε, από υποχρέωση με «φορτώθηκε» μάλλον, ως αντικατάσταση μιας κοπέλας που είχε. Την πρώτη μέρα λοιπόν, με έβαλε να κάτσω σε ένα γραφείο, που δεν είχε ούτε υπολογιστή επάνω, ήταν εντελώς άδειο! Του λέω, τι να κάνω εδώ; Μου λέει: «Το να πας από τούτο το γραφείο, σε εκείνο το γραφείο (δείχνοντάς μου το απέναντι που είχε όλο τον εξοπλισμό) πρέπει να το κερδίσεις με την αξία σου».
Εγώ τότε, προερχόμενη από πολύ σκληρά πόστα, νευρίασα, διότι συνειδητοποίησα πώς αδρανοποιείται ένας άνθρωπος που θέλει και μπορεί να δουλέψει, από μερικούς ανόητους διευθυντάδες, που δεν ξέρουν να κρίνουν ούτε ποιος είναι, ούτε τι ξέρει να κάνει!
Αλλά δεν είπα τίποτα. 
Από το πρωί που έγινε αυτό, μέχρι το μεσημέρι, είχα κάνει πέντε φούρλες στο γραφείο μέσα, είχα μάθει κι επικοινωνήσει με όλο τον κόσμο τη διεύθυνσης (και δεν ήταν λίγος), είχα «σηκώσει» την άλλη που καθόταν στο «αξιοαποκτηθέν» γραφείο, διότι απλώς δεν ήθελε, ούτε μπορούσε να κάνει αυτά που έκανα εγώ κι όταν ξαναβγήκε ο διευθυντής από το δικό του το παχνί και με είδε να κάθομαι εκεί, μου λέει, με απορία: «Τόσο γρήγορα τα κατάφερες;». Τον κοίταξα με λύπη και σώπασα, διότι δεν θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει. Την ιεραρχία του σεβάστηκα, όχι την κρίση του, ούτε τη νοοτροπία του. 

Έχω καταλήξει εδώ και πολύ καιρό πως ο επαγγελματίας, δεν είναι ιδιότητα "αποκτηθείσα εν τω στρατεύματι", είναι χαρακτηριστικό γραμμένο στο DNA του καθενός από μας. Αυτόν λοιπόν, τον επαγγελματία, όπου και να τον βάλεις, στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, στο γραφείο ή στο ψυγείο, πάλι θα βρει έναν τρόπο να βγει από εκεί και να δρέψει τις δάφνες του, αδιαφορώντας για το πόσο μεγάλες θα είναι αυτές. Θα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει και θα θέλει να το κάνει με τον αρτιότερο τρόπο.  

Ετούτη η καλή συνάδελφος, μέσα απ' τις δύσκολες εποχές που έχουμε περάσει ως εταιρεία και ως άνθρωποι, με έκανε να νιώθω τυχερή που βρήκα και πάλι κάποιον να θαυμάσω και να εκτιμήσω. Ξέρω πως ακόμα κι όταν θα διαβάσει ετούτο το άρθρο, δεν θα πιστέψει καν ότι την αφορά ή τι είναι αυτό που σε εμένα κάνει τόση εντύπωση, αφού «μόνο τη δουλειά της κάνει»!  

Κι όμως: Η διαπίστωση του ότι υπάρχουν κι άλλοι που ξέρουν τι θα πει υπευθυνότητα, που αποδεικνύονται ανώτεροι των συνθηκών και που αποτινάζουν από πάνω τους τη μιζέρια της δημοσιουπαλληλίστικης ευκολίας τους και ταυτόχρονα ζουν και ανάμεσά μας, κρύβει μέσα της μια εξαιρετικά αισιόδοξη προοπτική.

Διότι το κάρο πρέπει να σέρνεται, οπότε κάποιος πρέπει να το κάνει και μάλιστα, χωρίς να βαρυγκομάει για τούτο.

Εύχομαι να παραδειγματιστούν κι άλλοι. 

Διότι, αν το χθες δεν μας ανήκει για να το διορθώσουμε, το αύριο είναι δικό μας, είτε για να το κερδίσουμε, είτε για να το χάσουμε, είτε για να το ξαναχάσουμε…


Epica - Montagues & Capulets (Prokofiev's Dance Of The Knights)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου